ἄγλῑς

ἄγλῑς, -ιθος
Grammatical information: f.
Meaning: `clove of garlic' (Ar.)
Derivatives: ἀγλίδιον in: ἀγλίδια σκόροδα H from ἀγλιδ-ιον, with θ\/δ; Fur. 194.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Fur. 127, 282 connects it with γέλγις, -ιθος, -ιδος as: γελ-γ- : ἀ-γλ-, cf. κέρ-κ-α : ἀ-κρ-ίς, which seems quite possible.
Page in Frisk: 1,12

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αγλί — το βλ. αγκλί …   Dictionary of Greek

  • ἀγλίθων — ἀγλί̱θων , ἄγλις clove fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγλίς — ἀγλί̱ς , ἄγλις clove fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγλιθας — ἄγλῑθας , ἄγλις clove fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγλιθες — ἄγλῑθες , ἄγλις clove fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγλις — ἄγλῑς , ἄγλις clove fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγκλί — και αγλί, το [αντλίον] κολοκύθα κομμένη κατά μήκος στα δύο, που χρησιμοποιείται για την άντληση νερού από πηγή ή για τη μεταφορά υγρού (νερού, κρασιού κ.ά.) από δοχείο σε δοχείο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.